Φόρτωση ...

"Θα ήτανε ίσως παράληψη να μην προσθέσω ότι το έργο της συνιστάται για όλους τους μικρούς και μεγάλους φίλους του καλού βιβλίου." - Κριτική για το βιβλίο της Β.Εργαζάκη, "Υποψία Πύρινη"

ΒΑΣΙΛΙΚΗ ΕΡΓΑΖΑΚΗ.

ΠΟΙΗΣΗ.

"ΥΠΟΨΙΑ ΠΥΡΙΝΗ''.

Εκδόσεις: ΜΕΓΑΣ ΣΕΙΡΙΟΣ. Σελίδες 86. Ενότητες 47. Έκδοση 2016.

 

Ποίηση ανθολογημένη, σκόρπια αγριολούλουδα, το εξώφυλλο πολύχρωμο γεμάτο Παπαρούνες και Μαργαρίτες, συμβολικό ωραίας νεανικής ψυχής γεμάτης με αγνά αισθήματα, σαν τα αγριολούλουδα που δεν τα κακοποίησε ανθρώπινο χέρι. Βιογραφεί εμπεριστατωμένα και με αρκετή αφαιρετικότητα ο υπεύθυνος των εκδόσεων ΜΕΓΑΣ ΣΕΙΡΙΟΣ κ. Ανδρέας Δρίτσας. Το έργο αφιερώνεται στον ποιητή Δημήτρη Κακαλίδη.

 

Ποίηση φλογερή, λογικής και ψυχής, βιωματική, εταστική, οραματισμός, απορίες. Ψυχής πόθοι, λογικής συμπεράσματα γεμάτα ομορφιά, σαν περίπατος σε ανθόσπαρτο περιβόλι.

 

Προηγείται η επίκληση της Μούσας, για να παραχωρήσει στην ποιήτρια το όμορφο ρυάκι του λόγου της, ελεύθερο κι ανεμπόδιστο στον ενάντιο αρνητισμό που κατέχει το σημερινό κόσμο. Ποίηση βιαστική κυκλική σε σφαίρα, σαν να θέλει να κλείσει όλα της ζωής τα ωραία και τους αρνητισμούς της.

 

Αγάπη για το στολίδι, αυτό που λέμε κόσμο, ανύψωση του λόγου, ζητώντας να βαδίσει στα κράσπεδα του Δημιουργού και να περιγράψει την ομορφιά του. Απλωτή φαντασία, εκστασιασμός ποιητικού κάλλους.

 

Επιλέγουμε κάποιες φράσεις ως κατωτέρω: «Την ηχώ της φωνής σου προφταίνω… στους κινούμενους βράχους… ταξιδιώτης περνώ… Αργοναύτης…». Σαν πρωινό που ο ήλιος διώχνει τα πυκνά σκοτάδια και η ζωή αρχίζει το οργιαστικό φανέρωμα της κάθε νέας ημέρας. Αναζητεί το τέλειο το άπιαστο και τον «αεί ζητούμενο» πόθο της ψυχής μιας όμορφης κοριτσίστικης σκέψης, γεμάτης λαχτάρα να αγκαλιάσει τον κόσμο τρυφερά. Ποίηση διαχρονική σε παρελθόν παρόν και μέλλον, κλεισμένη βιαστικά σε έναν κύκλο αναζήτησης. Αγάπη για τον συνάνθρωπο συνοδοιπόρο κοινού πεπρωμένου στης ζωής το ταξίδι.

 

Η κ. Βασιλική ομολογεί, ως ταγμένη στο φως ηθοποιός, να διδάξει, ερμηνεύσει της ζωής την καλή πορεία, ως παιδαγωγός της ομορφιάς της ανθρώπινης ψυχής. Στα πέλαγα πιστεύει οραματισμό σαν τον στοχαστή ερημίτη θαλασσοπόρο. Σε κάποιους στίχους ο λόγος γίνεται ο δεύτερος ομιλητής του ΕΓΩ της ποιήτριας και αυτό σε πολλούς μας συμβαίνει συχνά. Οι Αρχαίοι Έλληνες θεωρούσαν τους ποιητές θεϊκούς, και είναι.

 

«Ποιος Άνεμος /εξαγοράζει την στέγη μου/ κι ορμά στα άδυτα των παραισθήσεων μου/ σημαίνοντας;» Βέβαια ο μεγάλος ιχνευτής πασών των αγαθών, ο έρωτας της ζωής για συνέχεια της. «Μα ξάφνου/ που δονείται η άβυσσος /και τα πουλιά τρομαγμένα/ πετούν στα ζερβόδεξα» (ατομικά όπλα)

«Εσύ, ξανά/ προβάλλεις ολοζώντανη/ λέγοντας: Είναι λάθος να αρχίσουμε πόλεμο αφού εσύ κι εγώ είμαστε ένα». Δηλαδή σαν να λέμε κοσμογονικές καταστροφές, που είναι λάθος, αφού ο άνθρωπος είναι αδελφός του άλλου.

«Βρέθηκα-άγνωστο πως-/ σαν σκιά και σαν φως /σε ναό Παρθενώνα» και δυστυχώς «μ’ ένα ρόδο νεκρό/ κι ένα άλλο που άνθιζε». Μας τα λέει όλα με Δωρική αρμονία.

 

Πτώση, καταστροφή, μα η ζωή συνεχίζει.

Στη νοσταλγία της Θεϊκής καταγωγής του ανθρώπου η ποιήτρια Β. Ε. θα γράψει: «…να ψάξω/ανάμεσα σε ανθισμένες γαρδένιες/ένα αστέρι χλωμό/την ψυχή μου/ που τρεμόσβηνε/ να το φορέσω στα μαλλιά της Βερενίκης /να πάρει την λάμψη του/ Θυμάσαι;»

«Πήρα μολύβι και χαρτί /κι ορμήνεψα τα σύννεφα…»

«Σημαίνω…/ Απ’ τις ανώτερες κορφές/ τις ακίνητες /κατεβαίνω/ Είμαι ο ιερός ποταμός/ ορμητικός /ασυγκράτητος/ υπηρετώ τη ζωή». Αυτά γράφει για την ουρανόφερτη έμπνευση...

«Να πάρω θέση στις ατάραχες κορφές/ απ' το λευκό σημείο μου/ να κινηθώ ξανά/ στην περιφέρεια του αείρροου κύκλου».

«Έμοιαζε να 'ναι φυλαχτό /δώρο του Ανέμου/ο στίχος/ που πιστά σ’ ακολουθούσε...»

«Την αχτίδα του Ήλιου/ τη δύναμη/ κράτησε/ κι ανέβα/ ανέβα ως την ευθύνη/ της ολικής αφιέρωσης/ χρωμάτων και αρωμάτων/ στο Σύμπαν».

Αλλού διαβάζουμε: « …η θάλασσα, η πέτρα/ σπίθες σκορπώ στον άνεμο/ ακροπατώ στο κύμα/ θα σε προφτάσω, ανθόφτερη/ όπως ορίζει ο Ήλιος/ στάση θα κάμεις να ντυθείς/ κάτι από φως θα λείπει…/ Έχω το περιδέραιο σου, Άνοιξη!»

Αλλού αναφέρεται: «Έλα/ την ώρα των υακίνθων/ θα συλλαβίσω την σιωπή/ ήχους θα σμίξω/ με χρώματα αρώματα γιορτής… Και σε πατρίδα μακρινή/ τραγούδι μου,/ την ανθισμένη κερασιά / να χαιρετίσουμε».

«Διαβαίνω άβατα βουνά/ άγνωρα δάση/ δεν έχει σύνορα η φωνή, όπου κι αν φτάσει… Δεν έχει σύνορα η φωνή/ έχει τους τρόπους/ σ' όλο το Σύμπαν ν’ απλωθεί και στους ανθρώπους...»

«Ακούμπησα τα χείλη της Αυγής/ ανέβηκα στο άρμα του Ήλιου/ ένοιωσα Ήλιος/ για λίγο ένοιωσα Ήλιος!/ Απλώθηκα στον Ουρανό/ απλώθηκα στο Σύμπαν/ απλώθηκα στο Άπειρο/ Μίλησα στον Θεό…» «Χορεύοντας συνάντησα τη νύχτα μου/ την όποια νύχτα μου και… Είδα πως είχε/…τη θεία της όψη /στραμμένη στο φως!». «Σπίτι με την κληματαριά… άφησε με να μπω… να αποτίσω στις πέτρες σου φως/ στους φεγγίτες σου Ήλιο/ και σε κάθε πορτάκι κλειστό/ το γαλάζιο του απείρου/ Άφησε με να μπω!»

«Εσείς οι εργάτες της γης/ οι εραστές της θάλασσας… /Περιφρουρείστε τον Ήλιο».

«Ήταν οι έλικες φως στα σεπτά κιονόκρανα/ Ήταν το «γνώθι σαυτόν» που μακάρι να το 'φτανα…» «Εν Αθήναις οικώ/ ουδέν οίδα… απλώς /μαιευτήρας γερνώ… της αλήθειας»

«Στον Σοφό των Σοφών υποκλίνομαι/ την ακλόνητη θέση ενδύομαι/ καταθέτω πληγές, των αιώνων κραυγές/ και τον ύπνο Δικαίων /στη Φωτιά της φωτιάς/ επιμένω/ Προχωρώ στη στιγμή/ μελετώ τη σιγή/ στο ανείπωτο δέος, σωπαίνω…»

«Αστραπόμορφη εσύ /ακυρώνεις τη Δίκη… /Ω, Ελλάς θεϊκή/ κυανόπεπλη Νύμφη!»

 

Η χώρα αυτή κάθε λίγα χρόνια, γεννά ανθρώπους μεγάλους του στοχασμού, ανθρώπους του πνεύματος που η φωνή τους περνά τα σκοτάδια, επιζητώντας να επαναφέρει τη θεία ισορροπία και αρμονία, που διέπει τα σύμπαντα ως τα πέρατα χωρίς πέρας.

 

Μια φωνή που ζητεί την επαναφορά θεϊκής αρμονίας ενός χαμένου παραδείσου που ο άνθρωπος βημάτιζε στης σοφίας τα πέπλα, τ' απλωμένα πάνω από τους ανθρώπους, σαν μια τεράστια ομπρέλα προστασίας, στοχασμού, δικαιοσύνης και ομορφιάς.

 

Η ποιήτρια Βασιλική Εργαζάκη το χαμένο παράδεισο μας φέγγει εμπρός στα μάτια μας, αυτογνωσιακά και δια των αμέτρητων νοημάτων της, και φρονημάτων εκ των πλαγίων της σοφίας, σαν φως να μας ντύσει. Σαν να μας λέει, ντυμένοι το λάθος εισέλθετε στον φωτεινό κόσμο, στης ψυχής σας το γνώθι σε εαυτόν, εκεί που ο άνθρωπος και ο εαυτός του γίνονται ένα και ο ζαλισμένος στρατοκόπος τότε γίνεται πυρσοφόρος, μέσα στην μεγάλη ανθρωποθάλασσα του ζαλισμένου πλήθους που πίστεψε πως κατέκτησε νίκες και άφθαρτη δόξα ενώ την ίδια στιγμή γκρεμίζεται νικημένος μέσα στις νίκες του.

 

Έργο αυτογνωσιακό, ζωντανό και ωραίο για όλους τους φίλους της γνώσης κι όμως αποτείνεται σε εκείνους τοις νουν έχουσιν.

 

Πυρσοφόρος ο λόγος της κ. Εργαζάκη σαν όπως πλάθει ανθρώπους που είναι το λειτούργημα της, ανεβαίνει, κατεβαίνει προχωρεί διακαθαρίζοντας τα σκοτάδια. Σε αυτούς τους διδάχους αποθέτουμε τις ελπίδες μας για την συνέχεια της γενιάς μας. Βλέποντας η ποιήτρια Β. Εργαζάκη, την φοβερή ανακατάταξη αξιών και τον αιθέρα, γεμάτα μούχρωμα και μέσα του να αιωρούνται φαντάσματα μεταξίωσης αλήθειας, τραβάει το σπαθί της σαν μια άλλη Μαντώ Μαυρογένους. Και δίνει όλα της τα υπάρχοντα και τη στρατιά της, στης αλήθειας την αποκατάσταση, μα και στην επαναφορά των αξιών μας, του λόγου μας και της ποτισμένης με αίμα γης της Ελληνικής, και πιο κλειστά, της ιδιαίτερης πατρίδας της Κρήτης κρατεί την ασπίδα και διαλαλεί σαν τον Αχιλλέα Παράσχο: «Τ' Αρκάδι, ξέρετε παιδιά, τι είναι το Αρκάδι; Είναι της Κρήτης μυστικό, το άγιο φυλαχτό της, είναι η Ελλάδα ολόκληρη μαζί με το όνειρό της.» Με αυτά σαν μια μικρή αποτίμηση του έργου μιας ακόμα αξιόλογης Ελληνίδας, της καθηγήτριας Βασιλικής Εργαζάκη.

 

Με ένα μεγάλο Ευχαριστώ, ως πνευματικός άνθρωπος της σφίγγω το χέρι σε μια ζεστή χειραψία και από καρδιάς την συγχαίρω.

 

Θα ήτανε ίσως παράληψη να μην προσθέσω ότι το έργο της συνιστάται για όλους τους μικρούς και μεγάλους φίλους του καλού βιβλίου.

 

Μ. Δ. Συνοδινός. Απρίλιος 2016.